Sõna line tõlge – inglisekreeka

  • γραμμήnimisõnaɣɾa.ˈmi
    official, stated position of an individual or political faction
    ευθεία / καμπύλη / τεθλασμένη γραμμή
  • ουράnimisõnau.ˈɾa
    straight sequence of people, queue
  • καταγωγήnimisõna/ka.ta.ɣoˈʝi/
    series or succession of ancestors or descendants of a given person
    —Ποια είναι η καταγωγή σας; —Ο εκ μητρός παππούς μου ήταν Μικρασιάτης και και ο εκ πατρός, Μοραΐτης
  • rope, cord, or string
  • σειράnimisõnasiˈɾa
    (τοπική σημασία) ένα σύνολο ομοειδών στοιχείων που έχουν τοποθετηθεί το ένα δίπλα στο άλλο, στη γραμμή
    τακτοποίησε τα ποτήρια μέσα στο ντουλάπι σε δύο σειρές
  • στίχοςnimisõnaˈsti.xos
    γραμμή γραπτού κειμένου
  • η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του χαρακώνω καθώς και το σημάδι που μένει από τη σχετική ενέργεια

Populaarsed inglise–kreeka otsingud

Populaarsed kreeka–inglise otsingud

Teised sõnaraamatud